Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Προτιμήσεις (Σταυρούλα Ηλία)


Αγαπώ τους απελπισμένους ανθρώπους
Τους πολύ τσαλακωμένους, αυτούς με τα σπασμένα
Μυαλά και τα σπασμένα συναισθήματα
Αγαπώ το τρυφερό βλέμμα των θλιμμένων
Το σπάσιμο στη άκρη των χειλιών όσων απογοητεύτηκαν
Αγαπώ τους απελπισμένους ανθρώπους
γιατί ξέρουν πως η απελπισία
Μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο
Αν δε σε διαλύσει εντελώς ή σε τρελάνει
Αγαπώ τους ανθρώπους με εκρήξεις κι εξάρσεις
Αγαπώ τους ανθρώπους με αδυναμίες
Αγαπώ τους ευάλωτους
Αγαπώ όσους ρισκάρουν
προκειμένου να ζήσουν
Αγαπώ τους αγωνιστές.

***

Ήταν η στιγμή της Σταυρούλας Ηλία με ένα ποίημα.




Στείλτε και τη δική σας στιγμή.

* Η Σταυρούλα Ηλία είναι απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος στο Γύθειο Λακωνίας, όπου και διαμένει με την οικογένειά της. Παρακολουθεί ΜΠΣ με θέμα τη θεωρία της Λογοτεχνίας και τη Δημιουργική Γραφή. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα φιλολογικού ενδιαφέροντος.


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μεσημέρια του Αυγούστου - Νίκος Σουβατζής (Λόγια της πλώρης)


Τα μεσημέρια του Αυγούστου ποτέ δεν κοιμόταν. Κατέβαινε στην παραλία και αφού άφηνε τα πράγματά της σε μια ήσυχη γωνιά, έμπαινε στη θάλασσα. Κολυμπούσε μέχρι να φτάσει στα βαθιά. Όσο βαθιά χρειαζόταν ώστε να είναι μόνη. Τότε άρχιζε τα παράπονα. Για τη ζωή της που χαραμίστηκε, για τα ταξίδια που δεν έκανε και για τον γιο της, που τον έχασε πριν προλάβει να τον δει να μεγαλώνει. Άρχιζε να κλαίει και τα κύματα σαν ένα στοργικό χέρι έπαιρναν τα δάκρυά της μακριά. Τα μάτια της κοκκίνιζαν απ' το κλάμα και το θαλασσινό νερό. Ύστερα η θάλασσα ηρεμούσε και ηρεμούσε κι εκείνη. Η αναπνοή της ξανάβρισκε το ρυθμό της και τα μάτια της συνέρχονταν απ' το κλάμα. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσουν τα πνευμόνια της θαλασσινό αέρα και η καρδιά της πλημμύριζε από ευγνωμοσύνη για τη θάλασσα που της στεκόταν σαν μάνα. Ύστερα έβγαινε στην ακτή και επέστρεφε στο άδειο σπίτι της. Ωστόσο η ηρεμία δεν κρατούσε πολύ. Ένιωθε το σπίτι να στενεύει και τους τοίχους να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο έτοιμοι να την συνθλίψουν. Είχε τόσα να πει, θα μπορούσε να μιλάει ώρες ατέλειωτες, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Γιατί σε κανέναν άλλο δεν μιλούσε. Ήταν εκείνα τα κοινότοπα λόγια παρηγοριάς που κανείς δεν εννοούσε και η δυσφορία που έβλεπε στα μάτια των συνομιλητών της όσες φορές είχε μιλήσει για τη ζωή της, που την έκαναν πλέον να σιωπά μπροστά στους ανθρώπους. Τα βράδια έπεφτε αργά για ύπνο και μέχρι να ξημερώσει πάλευε με τα σκεπάσματα.

Όταν πνιγόταν και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, σκεφτόταν τη θάλασσα που τόσα χρόνια την άκουγε με υπομονή και την παρηγορούσε. Όταν θα έφτανε η ώρα να αφήσει πίσω της τον κόσμο μας, η θάλασσα θα ήταν εκεί κοντά της. Θα κοιμόταν στην αγκαλιά της. Θα παραδινόταν σε έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο και αιώνιο. Και ύστερα θα την έπαιρνε η θάλασσα να την ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου. Θα ήταν ένα ζεστό αυγουστιάτικο μεσημέρι με λαμπερό ήλιο. Το καλοκαίρι πέρασε. Ήρθε ο χειμώνας, πέρασε κι αυτός και μετά ήρθε κι άλλο καλοκαίρι Μέσα της υπήρχαν αυτά που την βασάνιζαν και η θάλασσα που θα την ταξίδευε μακριά τους. 

Ένα αυγουστιάτικο πρωί ένιωσε ότι είχε έρθει πια η ώρα. Όταν έφτασε το μεσημέρι ήταν όπως το είχε ονειρευτεί. Ζεστό και ήσυχο, με έναν λαμπερό ήλιο να σκορπάει το φως του. Κατέβηκε στην παραλία, μπήκε στη θάλασσα και ανοίχτηκε στα βαθιά. Τόσο βαθιά ώστε να είναι μόνη με τη θάλασσα. Αυτή τη φορά δεν έκανε παράπονα, ούτε έκλαψε. Μόνο περίμενε να έρθει ο ύπνος. Βαθύς, ήρεμος και αιώνιος. Και ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Τότε άρχισε να ταξιδεύει. Στην άκρη του κόσμου δεν πρόλαβε να φτάσει. Την βρήκαν την επόμενη μέρα να επιπλέει στα ανοιχτά. Στα χείλη της μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Η όψη της ήταν ήρεμη και γαλήνια. Ήταν η όψη που έχουν οι άνθρωποι όταν αφήνουν πίσω όλα αυτά που τους βασανίζουν και ταξιδεύουν.

*******

Ήταν η συμμετοχή του Νίκου Σουβατζή για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.




Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις μέχρι 30/9.


Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Απόμαχος - Βαρβάρα Κατσιάνου (Λόγια της πλώρης)


Απόκαμες και έγειρες
στου μπαλκονιού τον ίσκιο.
Με σκέψεις φτεροπόδαρες
μπάρκαρες στ΄αετήσιο

στο πέρα το ταξίδι σου
έτσι όπως έκανες παλιά.
Γεμάτη,πλούσια η ζωή σου
και έλλειψη καμμιά.

Ύπνος βαθύς στα βλέφαρα
όνειρα ζωγραφίζει
και μονοπάτια αφέγγαρα
η θύμηση εγκλωβίζει.

Μόνο θάλασσα και ουρανός
στο μάτι του κυκλώνα
να παραδέρνει στεναγμός
ανταριασμένη εικόνα.

Σκληρή η ζωή εσμίλεψαν
την όψη σου τυφώνες
σαν σ΄έλουζαν τα κύματα
και άγριοι μουσώνες.

Τώρα στ΄αραξοβόλι σου
σου λείπουνε τα μπάρκα
και απ΄το ακρογιάλι σου
σεργιάνι σου και τσάρκα

αναπολείς ωκεανούς
που γέρασες μαζί τους
ωκεανούς και ουρανούς 
και τ΄αλμυρό κρασί τους.


*******


Ήταν η συμμετοχή της Βαρβάρας Κατσιάνου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.




Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις μέχρι 30/9.


*****

Ευχαριστώ όλους σας για τις συμμετοχές σας.
Έχουν μαζευτεί πραγματικά διαμάντια!

Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές ως τώρα


Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Γεύση και άρωμα - Στέλλα Πετρίδου (Λόγια της πλώρης)


Όμορφη μέρα, του φθινοπώρου, πρωινή.
Ατένιζε ο ήλιος στ’ ανοιχτά της
κι η θάλασσα, καθρέφτης του,
τη λάμψη του μεθούσε.

Ο ουρανός απέραντος, καθάριος, γαλανός.
Με ένα αγέρι δροσερός,
σαν χάδι αγκάλιαζε τις φυλλωσιές
των δέντρων και γελούσε.

Και μες στα όμορφα, μιαν ομορφιά κι εσύ.
Νότα αυγουστιάτικης αυγής,
σαν πρόβαλες από μακριά
στα ολόλευκα ντυμένη.

Άρωμα γνώριμο, ζεστού καλοκαιριού,
μιας θάλασσας απέραντης αλμύρα,
που ’ταν ολάκερη θαρρώ
επάνω σου αφημένη.

Κι ορμητικά κυμάτιζαν γαλάζιο φως
οι κόρες των ματιών σου, φλογερές
σαν έπεφταν στο πέλαγο,
που αδούλωτα θωρούσαν.

Κι ο ήλιος χτένιζε τα μαύρα σου μαλλιά,
που ανέμιζαν σαν ζήλευαν της θάλασσας
το κύμα και χρυσαφένια ντύνονταν
χαρούμενα εμπρός του.

Μα βλέμμα είχες παγερό, θλιμμένο και νωθρό.
Γεύση χειμώνα άπλωνε, ατέλειωτη
η σιωπή σου, πέρα ως πέρα μακρινή
και ξένη και πικρή.

Τη σκέψη σου σαν άνεμος με δύναμη σκορπούσε
στο δαντελένιο θαλασσί, σ’ εκείνο
που θωρούσε με νοσταλγία περισσή
ζητώντας μια στιγμή.

Και ίδιο αίνιγμα βαθύσκιωτο εσύ,
καλοκαίρι ζεστό και χειμώνας βαρύς,
νύχτα και μέρα και ήλιος και βροχή,
όλα εσύ, μόνο εσύ.

Κι ακόμα εδώ τη σκέψη να ορίζεις,
σε ίδια εικόνα του μυαλού δοσμένη,
στο ξύπνημα μιας χαραυγής,
φέρνοντας άρωμα καλοκαιριού, μα γεύση από χειμώνα…

Από την ποιητική συλλογή «Μίλα μου γι’ αγάπη», εκδόσεις «άλφα πι»


*******


Ήταν η συμμετοχή της Στέλλας Πετρίδου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.




Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις μέχρι 30/9.




τελευταία Κείμενα